Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Άγιος Ερμόλαος Κερύνειας

Αφιέρωμα

Το κατεχόμενο χωριό μας Άγιος Ερμόλαος της επαρχίας Κερύνειας βρίσκεται στα νότια του Πενταδακτύλου. Κοντινά χωριά του η Σκυλλούρα, ο Κοντεμένος, ο Σύσκληπος, το Πυλέρι, το Κρινή και η Φώττα. Το όνομά του το χρωστά στον προστάτη του Άγιο όπου και η μνήμη του γιορτάζεται στις 26 Ιουλίου. Εκκλησιαστικά ανήκει στη Μητρόπολη Κερύνειας. Ήταν μικτό χωριό με πολύ λίγους Τουρκοκύπριους και ο πληθυσμός του έφτανε περίπου στους 550 κατοίκους. Το 1974 βρεθήκαμε όπως όλο το βόρειο μέρος της πατρίδας μας σκορπισμένοι παντού. Ξεριζωμένοι από τη γη μας και με τη μνήμη μας να τριγυρνά καθημερινά στους κάμπους, στους δρόμους, και στα ταπεινά πλινθόκτιστα σπιτάκια που κούρνιαζαν στοργικά και απάνεμα στην αγκαλιά του θρυλικού και όλο παράδοση βουνού μας.
 Η θύμηση λοιπόν ας βρεθεί για λίγο στην τόσο γνωστή πλατεία μας που καθημερινά την χαρακτήριζε η έντονη παρουσία ανθρώπων. Και από εκεί τι να θυμηθείς; Τα τριγύρω μαγαζιά και μικρά εργαστήρια; Το μπακάλικο του Γιώρκου του Αρτέμη. Το ξυλουργείο του Φυτή του Αλετράρη. Το σκαρπαράδικο του μάστρε Ματθαίου που είχε και την επιμέλεια διανομής της Πόστας;
Υπήρχε και το κουρείο του τσαερά και λίγο πιο κει το ραφτάδικο του μάστρε Χαρίτου. Το γραφείο της συνεργατικής που μαζί με το παντοπωλείο επίσης ήτανε μεγάλο για την εποχή του. Ο φούρνος με κλέφτικο του Χ’’Μέλισσου κοντά στην φουντάνα και του θειου Αρακλείτη το οφτό το συρτό στα γαστριά. Τα καφενεία του χωριού μας τριγύρω με τις τόσο γραφικές καλύφες και το ραντισμένο με νερό χώμα. Το καφενείο της Θεοδώρας της Χρυσταλλούς του Σιήμου με τις δκιό μπακκίρες η αφρόζα και ο καφές. Μα και το απογευματινό τραπεζάκι στο καφενείο του Παυλή με την γνωστή παρέα του γέρο Σολωμού, του Νικόλα του Τουρκόπουλου, του συμπέθερου του Στυλλή για λίγο αρωματικό ούζο και φρέσκο αγγουράκι. Και εκεί είναι που ο σκληρός κάματος της ημέρας έδινε τόπο στην ξεκούραση, στη δροσερή νύκτα που απλωνόταν. Αυτή η δροσιά όμως, ήταν και το κάλεσμα, για τις γυναίκες του χωριού, να βρεθούν πάνω στις χωματένιες στέγες των σπιτιών, και με επιδεξιότητα να κόψουν και να απλώσουν, τον τραχανά πάνω στα στρωμένα καλαμόφυλλα.
Στο χωριό μας υπήρχαν πολλά από τα επαγγέλματα. Κυρίως ήταν η κτηνοτροφία.
Σε αυτό που ξεχώριζε, ήταν και η μεγάλη σύνδεση, που είχαν οι άνθρωποι με τα ζώα τους. Στο πίσω μέρος του σπιτιού, όλοι σχεδόν, είχαν τα βοηθητικά τους υπόστεγα. Έτσι, κάθε απόγευμα όταν μάντριζαν ηχούσε στα αυτιά σου μια γλυκιά συμφωνική συναυλία, από τα λογής-λογής κουδούνια που είχαν κρεμασμένα στο λαιμό τους. Σπάνια η γνώση της βαφής. Μοναδικός ο ξάδερφος Αντρέας ο πογιατζής, που έκανε αυτή τη δουλειά, της βαφής των βρακών, που ήταν τότε μέρος της υπόλοιπης παραδοσιακής στολής. Είχε την θέση του, στην αλακάτα του Κυριουδκιού, βοηθούμενος από το νερό που έτρεχε στη δεξαμενή.
Στις οικοδομές εργάτης ο πατέρας μου, γνώριζε όμως και την τέχνη του γανωματή, που από παιδί την έμαθε από τον παππού μου. Είχε βασικό του εργαλείο το δερμάτινο ασκί που το χρησιμοποιούσε σαν φυσερό. Ο μπάλλος και οι ζουμπάδες για το τρύπημα της λαμαρίνας των κοσκίνων, «αρβάλια». Για χημικά το υδροχλωρικό και το νησιατίρι. Εξυπηρετούσε τους χωριανούς, αλλά και τα άλλα γειτονικά χωριά, με ευθύνη του γράφοντος να βοηθήσει μεταφέροντας τα ξύλα για τη δυνατή εστία που χρειάζονταν τα χάλκινα αγγεία για να αλειφθούν. Στο χωριό μας, για όσους θα θυμούνται ο ψάλτης γέρο-Χριστοφής, πάντα με προφητικό λόγο μιλώντας, μα και ένας πολυτεχνίτης με γνώσεις μαχαλεπάρη- μελισσοκόμου- καντηλανάφτη ο γέρο Χρυσανθής.
Στα νεότερα χρόνια αρκετοί νέοι και νέες ασχολήθηκαν με την τέχνη της κοσμηματοποιιας. Διακρίθηκαν στο ταλέντο, υπήρξαν πολύ καλοί και μερικοί ακόμη μπήκαν σε ανώτερες σχολές του εξωτερικού.
Στον δρόμο της τζιαμής, ο καπνός από τα ανάμενα ξύλα, ενοχλούσε τα μάτια. Μα σε λίγο η έντονη μυρωδιά, του ζεστού νορού των χαλουμιών, και εκεί σίγουρα, δεν θα μπορούσες να αντισταθείς σε ένα πιάτο ζεστής αναρής, με ζάχαρη, από την Αννού του Σιεηττάνη ή την Ελένη του Στυλλή.
Μα και ένας φούρνος κάπου αλλού, μύριζε ζεστό ψωμί και κούμουλα, σησαμένιο κουλούρι και αυτό δοσμένο στο ξυλάκι, προστασία για τα τρυφερά παιδικά δάχτυλα. Στο σπίτι τα ψωμιά φυλάγονταν, ένα-ένα σκεπασμένα, πάνω στην ψαθαρκά για αρκετές μέρες, και που αυτή ήταν κάπου - κάπου προκλητικά, κρεμασμένη πάνω από την καρκόλα. Και άντε να κοιμηθείς αν μπορούσες.
Στο κέντρο του χωριού μας οι δύο εκκλησίες, αφιερωμένες στον Άγιό μας. Η καινούργια, και η παλιά με το φτωχό καμπαναριό της. Η καμπάνα, άλλοτε μας καλούσε χαρμόσυνα, πότε για κάποια γιορτή, για κάποιο γάμο, ένα εσπερινό· και άλλοτε, βραχνή-σιγανή, για το στερνό αποχαιρετισμό, κάποιου προσφιλού μας προσώπου. Μα κι γνωστή γλυκύτατη φωνή του παπά Ηλία να μας ψάλλει με δύναμη πίστην «Πάντων ημών μνησθί κύριος ο Θεός…» Οδοιπόρος η μνήμη, θυμάται ακόμα και κάποια γειτονιά, σ’ ένα πλακόστρωτο αλώνι, με χαρούμενες φωνές παιδιών, που ανυπόμονα, πολύ θα ήθελαν να ταξιδέψουν για λίγο, πάνω στην συρρώμενη δουκάνη με τα ζώα. Και λίγο πιο κάτω, ένα πηγάδι νερού, και μια τσιμεντένια φουντάνα ως νάμα δροσιάς νερού απ’ τα καλοσύτζια κι ανάμεσά τους γυναίκες, παιδιά με τενεκεδένιους κάδους και σίκλες, ανυπόμονοι να τους δοθεί μετρημένο, το τόσο πολύτιμο νερό για να το μεταφέρουν στο σπίτι. Θυμάμαι ακόμα, ότι κάπου εκεί κοντά στην πλατεία, και τον αλευρόμυλο του Παύλου Κλεάνθους, που σαν παιδιά τον πλησιάζαμε με δέος, νιώθοντας τη δύναμη του.. Έξω δεμένα, στο μαντάλι της ξύλινης εξώπορτας, τα γαϊδουράκια υπομονετικά περιμένοντας τα αφεντικά τους, να τα φορτώσουν και να φύγουν. Ανάμεσα στους χωριανούς μας για το άλεσμα και αρκετοί από τα γύρω χωριά Φώττα – Κρινή – Σύσκληπο – Αγριδάκι.
Καθημερινά, βγαίνοντας από το στενό δρομάκι του σπιτιού μου, έβλεπα μια σειρά από σπίτια , και αυλές τουρκοκυπρίων, που με τα παιδιά της ηλικίας μου, χωρίς καμιά διάκριση, τα ζεστά καλοκαίρια, το στρώναμε στο παιγνίδι ππιριλιά, λιγκρί ξυπόλητοι, μέχρι που να μας πάρει η λιγούρα και η δίψα. Και σε ένα ποτήρι ή ένα μαστραππί, ξεδιψούσαμε από το νερό της πήλινης κούζας, που είχε κεντητό μαντήλι με χάντρες για πώμα. Από όλες τις μέρες το Σάββατο για τις νοικοκυρές είχε να κάνει με την καθαριότητα. Πρωί-πρωί ζέσταιναν στη φωτιά το νερό με ξύλα και άρχιζαν το πλύσιμο των ρούχων με αλουσίβα και το κτύπημα με τη φαούτα ώσπου να καθαρίσουν καλά. Απόγευμα σχεδόν ετοιμαζόμασταν και εμείς για το λούσιμό μας. Καθισμένοι μέσα στην τσίγγενη μπανιέρα με το λιγοστό νερό λουζόμασταν αρπάζοντας και κανένα ελαφρύ κτύπημα στην πλάτη με το μεγάλο πράσινο σαπούνι. Το σιδέρωμα των ρούχων ήταν λιγοστό μα δύσκολο για μια γυναίκα γιατί έπρεπε να ανάψει πρώτα τα κάρβουνα και να τα βάλει μέσα στο σίδερο και να τα πάρει πέρα δώθε με ημικύκλιο ρυθμό στον αέρα για να έχει ψηλή θερμοκρασία.
Κάθε φορά που η μνήμη μου ταξιδεύει, και βρίσκω κάποιο συγχωριανό μου, μιλώντας μαζί του, οι αναμνήσεις πάνε πίσω σε παλιές αλησμόνητες εποχές. Σε ένα
χωριό που οι κάτοικοι του, άξιοι και νοικοκύρηδες, ήσυχα και ταπεινά ζούσαν με ό,τι απλόχερα τους χάρισε ο Θεός σε εκείνη την γη, και που τόσο απρόσμενα, από την μία στιγμή στην άλλη τα έχασαν όλα. Η 26 Ιουλίου 1974 μέρα της γιορτής του Αγίου μας είναι γεμάτη πίκρα με ερείπια και βεβήλωση. Διωχτήκαμε και βρεθήκαμε σκορπισμένοι σ' όλο το υπόλοιπο μέρος του νησιού μας. Τώρα σ’ αυτήν την αβεβαιότητα σφυριλατήται η υπομονή μας, και η ψυχή μας, όσο κι αν κουράζεται, παλεύει ακόμα να έχει αυτό που δικαιούται. Να ζήσει στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, με ένα τάμα στην σκέψη, σ’ αυτό το μεγάλο προσκύνημα, που κάποτε, θα γίνει.

Κείμενο: Κωνσταντίνος Σολωμού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου